Το γόνατο έχει δύο μηνίσκους (έσω και έξω), οι οποίοι έχουν σχήμα C, αποτελούνται από χόνδρινο ιστό και συνεισφέρουν στην σταθερότητα του γόνατος ενώ λειτουργούν ως αμορτισέρ απορροφώντας τους κραδασμούς. Ο μηνίσκος βελτιώνει επίσης την επαλληλία των δύο αρθρικών επιφανειών της άρθρωσης.

Απώλεια μέρους ή του συνόλου ενός μηνίσκου μειώνει την ικανότητά του να επιτελεί τη λειτουργία του ως αμορτισέρ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η ταχύτερη εκφύλιση του αρθρικού χόνδρου και η ανάπτυξη πρόωρης αρθρίτιδας εντός του γόνατος. Απώλεια του έξω μηνίσκου τείνει να αποδιοργανώνει το γόνατο πολύ πιο γρήγορα από ό, τι η απώλεια του έσω μηνίσκου.
Δεδομένου ότι η λειτουργία του μηνίσκου είναι τόσο σημαντική για τη διατήρηση της μακροζωίας του γόνατος, η διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερου μηνίσκου μετά από μια ρήξη είναι ζωτικής σημασίας. Παραδοσιακά, ο μηνίσκος έχει χωριστεί σε τρεις διαφορετικές ζώνες με την παροχή αίματος να μειώνεται από την κέντρο προς την περιφερική ζώνη. Το δυναμικό επούλωσης επίσης μειώνεται από την κεντρική προς την περιφερική ζώνη του μηνίσκου. Αν και αυτό το μοντέλο έχει καθιερωθεί πολλές πρόσφατες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι στην πραγματικότητα όλες οι ρήξεις του μηνίσκου έχουν τη δυνατότητα να επουλωθούν. Τα στοιχεία αυτά καθιστούν ακόμη πιο επιτακτικό το γεγονός να γίνεται κάθε προσπάθεια για να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από το μηνίσκο, μετά από μια ρήξη.
Η οξεία («φρέσκια») ρήξη έχει τη δυνατότητα να επουλωθεί αυτόματα (χωρίς χειρουργική επέμβαση), εάν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί νωρίς με κηδεμόνα (νάρθηκα), φυσιοθεραπεία και την παύση όλων των αθλητικών δραστηριοτήτων. Όταν μια ρήξη μηνίσκου αποτυγχάνει να θεραπευτεί συντηρητικά ή προκαλεί περαιτέρω βλάβη στο γόνατο, η χειρουργική αντιμετώπιση με αρθροσκόπηση καθίσταται αναγκαία. Κατά την αρθροσκόπηση διαπιστώνεται αν μια ρήξη μπορεί να συραφτεί ή αν είναι απαραίτητο να αφαιρεθεί το σχισμένο κομμάτι (μερική μηνισκεκτομή).